| «Χωρίς τα όσπρια η ανθρωπότητα δεν θα είχε καταφέρει να φθάσει ούτε ως το Μεσαίωνα. Αυτό υποστηρίζει η επιστήμη και μάλιστα με αποδείξεις. Όταν η Ευρώπη τον 11ο αιώνα π.Χ. μετρούσε μόλις 20 εκατομμύρια κατοίκους, τους οποίους επιπλέον μάστιζε η φτώχια και η ασιτία, τα όσπρια έδωσαν την κρίσιμη απάντηση και ταυτόχρονα την ώθηση για την αύξηση του πληθυσμού. Γιατί οι φτωχοί εργάτες καταναλώνοντας περισσότερες πρωτεΐνες έγιναν ρωμαλέοι, μακροβιότεροι και ... φυσικά γονιμότεροι!» |
| Umberto Eco |
Θρεπτικές αξίες
Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας τους σε σύνθετους υδατάνθρακες, πρωτεϊνες και φυτικές ίνες, καθώς και λόγω του χαμηλού ποσοστού λίπους και άλατων, τα όσπρια μπορούν πραγματικά να θεωρηθούν «θαυματουργή τροφή».
Τα όσπρια είναι καλή πηγή φυτικής πρωτεϊνης. Πρέπει όμως να συνδυαστεί με συμπληρωματική πρωτεϊνη ώστε να δημιουργεί πλήρης πρωτεϊνη που περιέχει και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα. Συνδυάζοντας τα όσπρια με ξηρούς καρπούς ή δημητριακά λαμβάνουμε τις ίδιες πρωτεϊνες που θα παίρναμε τρώγοντας κόκκινο κρέας.
Τα όσπρια περιέχουν επίσης μεγάλες ποσότητες φυτικών ινών. Οι φυτικές ίνες ή άπεπτες ίνες είναι υδατάνθρακες οι οποίοι δεν μπορούν να διασπαστούν από το πεπτικό σύστημα του ανθρώπου γιατί δεν περιέχει τα κατάλληλα ένζυμα ο οργανισμός. Οι φυτικές ίνες χωρίζονται σε διαλυτές και μη διαλυτές.
Οι διαλυτές φυτικές ίνες, οι οποίες βρίσκονται σε φασόλια, φακές και ρεβύθια, διαλύονται στο νερό και σχηματίζουν ένα υλικό που μοιάζει με ζελέ. Βοηθούν στην μείωση της χοληστερίνης και της γλυκόζης αίματος.
Οι μη διαλυτές φυτικές ίνες, οι οποίες βρίσκονται σε φασόλια και φακές, αυξάνουν την κίνηση του περιεχομένου του εντέρου και συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοπαθειών και καρκίνου του παχέως εντέρου.
Οι διατροφολόγοι προτείνουν να καταναλώνουμε πέρίπου 20 γραμμάρια φυτικές ίνες κάθε μέρα. Ενδεικτικά, 1 φλυτζάνι βρασμένα φασόλια περιέχουν 16 γραμμάρια φυτικές ίνες.
Όσπρια όπως τα ρεβίθια, οι φακές και τα φασόλια είναι πλούσιες πηγές ασβεστίου. Επίσης, τα όσπρια και κυρίως τα φασόλια μαυρομάτικα και οι φακές περιέχουν μεγάλες ποσότητες σιδήρου. Για να μπορεί ο οργανισμός μας να απορροφήση σωστά το σίδηρο, θα πρέπει να συνοδεύονται τα όσπρια από τροφές πλούσιες σε βιταμίνη C, όπως πορτοκάλι, λεμόνι, πιπεριά ή ντομάτα, και σε β-καροτένιο, όπως καρότο.
Στα όσπρια βρίσκουμε και μεγάλες ποσότητες του φολικού οξέως, μια βιταμίνη του συμπλέγματος Β. Έρευνες έχουν δείξει ότι αυτή η βιταμίνη είναι σημαντική για την πρόληψη των καρδιοπαθειών και ορισμένων μορφών καρκίνου. Το φολικό οξύ είναι επίσης σημαντικό για την ανάπτυξη του εμβρύου επειδή βοηθά στην αποφυγή γεννετικών ανωμαλιών όπως η δισχιδής ράχη.
Ιστορία
Τα όσπρια παίζουν σημαντικό ρόλο στην διατροφή πολλών πολιτισμών από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Αναφορές σε όσπρια βρίσκουμε στους βασιλικούς τάφους στην αρχαία Αίγυπτο, στην Ιλιάδα του Ομήρου και στην Παλαιά Διαθήκη.
Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν στην διατροφή τους ρεβύθια, κουκιά και φακές (που θεωρούσαν πως έφερναν ευφορία και τις χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότερη σούπα του κόσμου << Potage Esau >> που φτιάχνεται μέχρι σήμερα).
Τα όσπρια αποτελούσαν διατροφική βάση για την πλειοψηφία των Ελλήνων από την αρχαιότητα. Τα κουκιά, τα ρεβύθια και οι φακές είναι μερικά από τα όσπρια που προτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Φασόλια καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά πριν περίπου 5000 χρόνια στο σημερινό Μεξικό και Περού, και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στους πολιτισμούς των Αζτέκων και των Ίνκα. Στην Ευρώπη ήρθαν μαζί με τον Κολόμβο, όπου άρχισαν να καλλιεργούνται εκτεταμένα, όταν οι Ευρωπαίοι ανακάλυψαν πόσο θρεπτικά ήταν. Η εύκολη καλλιέργεια και η δυνατότητα αποθήκευσής τους επίσης συνέβαλαν στην δημοτικότητα των φασολιών.
Τα φασόλια αποτελούσαν τροφή κυρίως για τους φτωχότερους σαν υποκατάστατο του κρέατος και συνέβαλε στην επιβίωσή τους σε χαλεπούς καιρούς.
Τα διατροφικά σκάνδαλα, αλλά και οι μελέτες που αναδεικνύουν την Μεσογειακή διατροφή ως ασπίδα υγείας, επανέφεραν τα όσπρια στη δημοσιότητα και στο καθημερινό μας πιάτο.
Παραγωγή
Όσπρια παράγονται σε πολλά μέρη του κόσμου, με την παγκόσμια παραγωγή να ξεπερνάει τους 60 εκατομμύριο τόνους ετησίως. Στην Ελλάδα η ετήσια παραγωγή οσπρίων είναι περίπου 10.000 τόνοι, ενώ η κατανάλωση περίπου 45.000 τόνοι. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των οσπρίων που καταναλώνουμε στην Ελλάδα είναι εισαγόμενοι.
Στις δεκαετίες του 60 και του 70 οι Έλληνες αγρότες στραφήκαν σε πιο μαζικές καλλιέργειες όπως το σιτάρι και το βαμβάκι, αφήνοντας τις παραδοσιακές καλλιέργειες οσπρίων.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αναβίωση των Ελληνικών οσπρίων, προσπάθεια στην οποία η Agrino πρωτοστατεί με στοχευμένες δράσεις.
Μία από αυτές είναι η πιστοποίηση των Γιγάντων-Ελεφάντων Καστοριάς ως ΠΓΕ (Προστατευμένης Γεωγραφικής Ένδειξης).
Επίσης, η Agrino συνεχίζει την πολυετή προσπάθειά της να δημιουργήσει ομάδες καλλιεργητών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι οποίοι θα καλλιεργούν όσπρια αποκλειστικά για την Agrino. Έτσι, ο αγρότης εξασφαλίζει την πώληση της σοδειάς του και η Agrino συγκεκριμένες ποσότητες Ελληνικών οσπρίων. Οι πρώτοι «καρποί» της προσπάθειας αυτής είναι η Φάβα Φενεού και οι Φακές Φαρσάλων, και έπεται συνέχεια ...